ἀποικίαν


ἀποικίαν
ἀποικίᾱν , ἀποικία
settlement far from home
fem acc sg (attic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ARISTO — I. ARISTO Alexandrinus, Philosophus Peripateticus, qui de Nilo scripsit. Eius meminit Strab. l. ult. Α᾿ρκέσει (inquit) δύο μηνύσαι τοὺς ποιήσαντας καθ᾿ ἡμᾶς τὸ περὶ τοῦ Νείλου βιβλίον, Ε῎υδωρόν τε καὶ Α᾿ρίςτωνα, τὸν εν τῶ περιπάτων. Addit deinde …   Hofmann J. Lexicon universale

  • BREA — civitas Atheniensium, in quam postea coloniam miserunt. Steph. Hesych. Βρέα, πόλις Θρακίας εἰς ἥν Α᾿θηναῖοι ἀποικίαν ἐξέπεμπον …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κηρύσσω — και κηρύττω (ΑΜ κηρύσσω, Α αττ. τ. κηρύττω, δωρ. τ. καρύσσω) [κήρυξ] 1. γνωστοποιώ μεγαλοφώνως κάτι στο πλήθος ως κήρυκας, καλώ, συγκαλώ («κέλευσε κηρύσσειν ἀγορήνδε κάρη κομόωντας Αχαιούς», Ομ. Ιλ.) 2. κάνω κάτι επίσημα γνωστό, δηλώνω, διαλαλώ,… …   Dictionary of Greek